Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

Της οργής

Και στα σύνορα μου έφτασα ψηλά.
Ένοιωσα την δόξα της αφάνειας να πνίγει τα δικά μου,σαν το φίδι το πιο μεγάλο.
Άνεμος λυσσομανάει στα σωθικά μου.Ξεριζώνει τους καιρούς.
Ρίζες των πιο ωραίων αισθημάτων μένουν χωρίς το χώμα.Χωρίς μάνα γη να τις κρατά στα χέρια.Ποιος τις φιλεύει τελειωμό;Αυτές;Σαν άγριες αγκαλιές μένουν άδειες από αναμνήσεις.
Αναμνήσεις που μένουν ξάγρυπνες να φυλούν τα μωρά της φρικτής συγνώμης αφού δώσουμε σκουπίδια για ν' αγοράσουμε καρδιά.
Τα όνειρα μου σάπισαν σαν από καιρό εκτός ψυγείου.Και τι μπορώ να κάνω;Τα δυο μου πια εσκούριασαν..από μετάξι έγιναν τσιμέντο και μ'αποτράβηξαν απ' τον αγαπητό μου ορίζοντα που έφτανα απ' ώρα σ' ώρα.
Πέθανα για να ζήσω.Τρέχω στα ανοιχτά μάτια του γιατρού μου.Αυτού που γιατρεύει προσευχές.Μα οι δικές μου έπεσαν σε κώμα.
Φύτεψα ένα σπόρο στα περιττώματα που έχεις για ψυχή και γέννησα ελπίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: